ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΑ


Παραδοσιακή και Σύγχρονη Μελισσοκομία



https://lh4.googleusercontent.com/bJOzdhJMOoGHmpqOqUZ-IuImd-p9A7oSutoPslUir8NBHTLq1Jb0sEF0VkTFFBqjtn_frar0YiSMr7Ksjca6ASeLez3j3L4s0OF4s43_P5yubjMAW61ilZkKqf9gRDP7bYZK4AeB



Αποτέλεσμα εικόνας για meli


Πρόλογος


Όπως όλα τα έντομα έτσι και η μέλισσα υπήρχε στη γη πολύ πριν την εμφάνιση του ανθρώπινου είδους. Σύντομα ο πρωτόγονος άνθρωπος αντιλήφθηκε ην αξία των μελισσών και, όπως μαρτυρούν σχετικές χαραγμένες παραστάσεις που έχουν βρεθεί σε σπήλαια, μάζευε το γλυκό προϊόν τους –το μέλι- μέχρις ότου, μερικές χιλιετίες τώρα, μπόρεσε να τις κατακτήσει οικόσιτες. Κατάφερε δηλαδή να δημιουργήσει χώρους στους οποίους να διατηρεί τις μέλισσες, να τις παρατηρεί και να τις χειρίζεται κατάλληλα προκειμένου να πάρει τα προϊόντα που αυτές παράγουν.Οι Έλληνες ήταν από τους πρώτους που γνώρισαν και διέδωσαν την τέχνη της μελισσοκομίας, είναι δε πάρα πολλά τα σχετικά αρχαιολογικά ευρήματα και οι αναφορές ακόμα και στη Μυθολογία τους.
Η μέλισσα ανήκει στην Τάξη Hymenoptera των εντόμων και στο γένος Apis το οποίο περιλαμβάνει και τα είδη: Apis drosata, Apis florea, Apis cerana και Apis mellifra.Από τα 4 αυτά είδη μελισσών το τελευταίο είναι εκείνο το οποίο ενδιαφέρει ιδιαίτερα και το οποίο κυρίως εκμεταλλεύεται ο άνθρωπος σε όλο τον κόσμο.

Στο είδος αυτό υπάρχουν διάφορα υποείδη ή φυλές. Στην Ελλάδα κυρίαρχη φυλή είναι η Apis mellifera macedonica γνωστή και ως μακεδονίτικη μέλισσα η οποία αναγνωρίζεται ως μια από τις καλύτερες στον κόσμο.
Η ενασχόληση με τις μέλισσες τόσο σε ερασιτεχνικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο είναι ευχάριστη και οικονομικά αποδοτική, αρκεί κανείς να αγαπήσει το αντικείμενο αυτό, να το μελετήσει και να διαθέσει τον ανάλογο χρόνο. Η Μελισσοκομία άλλωστε πάντα έδινε σημαντικό εισόδημα, συμπληροματικό ή κύριο στους ασχολούμενους με αυτή.

Ορισμός

Η μελισσοκομία είναι ο κλάδος της γεωπονικής επιστήμης που μελετά την μέλισσα και τα προϊόντα που αυτή παράγει.
Πιο συγκεκριμένα με εργαλείο την έρευνα γύρω από τα μορφολογικά, βιολογικά και οικολογικά χαρακτηριστικά της επιτυγχάνει την ποσοτική και ποιοτική αύξηση των παραγώγων της.

Αποτέλεσμα εικόνας για μελισσοκομία

Ιστορική αναδρομή της μελισσοκομίας




Η αρχή της ελληνικής μελισσοκομίας χάνεται στα βάθη της μυθικής εποχής. Το αρχαιότερο πρόσωπο το οποίο εμφανίζεται στη μελισσοκομική σκηνή είναι ο μυθικός ο Αρισταίος, ο οποίος θεωρείται πως βοήθησε την ανθρωπότητα διδάσκοντας στους ανθρώπους όλες τις αγροτικές τέχνες, μεταξύ των οποίων και τη μελισσοκομία. Η άσκηση όμως της μελισσοκομίας από τον άνθρωπο έκανε την εμφάνισή της στην αρχαία Αίγυπτο. Στη χώρα αυτή έγινε για πρώτη φορά η μετάβαση από το κυνήγι του μελιού στη μελισσοκομία. Το συμπέρασμα προκύπτει από απεικονίσεις μελισσοκομικών σκηνών που έχουν διασωθεί σε ναούς και τάφους της φαραωνικής Αιγύπτου.

ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ


Στη μινωική Κρήτη το πλέον πιθανό είναι πως επίσης ασκούνταν η μελισσοκομία αν και για την ώρα δεν υπάρχουν σίγουρα στοιχεία που να το επιβεβαιώνουν. Ωστόσο η αποδεδειγμένη χρήση κεριού κατά την Ύστερη Μινωική περίοδο (1600 - 1450 π.Χ.) ως φωτιστικού υλικού, προϋποθέτει, σύμφωνα με τη γνώμη ορισμένων, την άσκηση μελισσοκομίας.
Η ύπαρξη πήλινων καπνιστηριών παραπέμπει περισσότερο σε χρήση τους για την άσκηση μελισσοκομίας παρά για το κυνήγι του μελιού. Ένα ακόμη επιχείρημα υπέρ της άποψης πως η μελισσοκομία ήταν γνωστή στον μινωικό –μυκηναϊκό κόσμο είναι η λέξη (melitewos) που απαντά σε πινακίδες της Γραμμικής Β΄ γραφής και που για ορισμένους σημαίνει τον μελισσοκόμο.
Οι παλαιότερες γνωστές ως σήμερα κυψέλες ανακαλύφθηκαν τελευταία στο Tel Rehov του Ισραήλ και χρονολογούνται στον 10ο 9οπ.Χ. αιώνα. Πρόκειται για οριζόντιες δίστομες κυψέλες κατασκευασμένες από ξεραμένη στον ήλιο λάσπη. Στην Ελλάδα οι παλαιότερες κυψέλες χρονολογούνται στα τέλη του 5ουπ.Χ. αιώνα και έχουν ανακαλυφθεί στην Αττική. Πανομοιότυπες με αυτές τις κυψέλες χρησιμοποιούνται ακόμη και στις μέρες μας σε περιοχές της ανατολικής Μεσογείου.
Στην Ελλάδα οι παλαιότερες κυψέλες χρονολογούνται στα τέλη του 5ουπ.Χ. αιώνα και έχουν ανακαλυφθεί στην Αττική. Οι κυψέλες αυτές είναι πήλινες οριζόντιες, μονόστομες και έφεραν μικρά πήλινα προεκτάματα (δακτύλιους επέκτασης) καθώς και πώματα από το ίδιο υλικό. Τα εν λόγω προεκτάματα, μήκους μόλις περί τα 7,5 εκ., φαίνεται πως χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή του άκαπνου λεγόμενου μέλιτος, την κορυφαία ποιότητα του αττικού μελιού, το οποίο τρυγιόταν χωρίς τη χρήση καπνού, ώστε το άρωμά του να μην επηρεάζεται από τη μυρωδιά του καπνού. Εκτός των οριζόντιων κυψελών, στην αρχαία Ελλάδα χρησιμοποιούνταν και πήλινες κάθετες ανάστομες κυψέλες. Αρκετές από αυτές έχουν βρεθεί στην Κορινθία, χρονολογούμενες στην ελληνιστική εποχή (323 - 146 π.Χ.). Οι κυψέλες αυτές χρησιμοποιούσαν κινητές κηρήθρες, γεγονός που έχει αποδειχθεί πλέον και πειραματικά. Στην ελληνιστική επίσης εποχή έκαναν την εμφάνισή τους και πήλινα πώματα οριζόντιων κυψελών με πλήθος μικρών οπών, τα οποία χρησιμοποιούνταν για την προστασία του μελισσιού από την ανατολίτικη σφήκα (Vespa orientalis).









ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

Για τη μελισσοκομία στο Βυζάντιο δεν ξέρουμε πολλά. Για τα πρωιμοτερα χρόνια γνωρίζουμε , από τις αρχαιολογικές έρευνες πως στη περιοχή της νότιας Ελλάδας χρησιμοποιούνταν πήλινες οριζόντιες κυψέλες, παρόμοιες με αυτές της αρχαιότητας. Από διάφορες απεικονίσεις γνωρίζουμε επίσης για τη χρήση σανιδένιων και από κορμούς δέντρων κυψελών., οριζόντιων όπως και καθέτων, Σίγουρα χρησιμοποιούνταν και πλεκτές κυψέλες (κοφίνια), η ύπαρξη των οποίων παρουσιάζεται σε γραπτές πηγές.







ΝΕΟΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ


Σήμερα υπάρχουν δύο τρόποι μελισσοκομίας:
Ο παραδοσιακός όπου το σύνολο των κυψελών παραμένει σε ένα μέρος.
Ο σύγχρονος, που κάθε φορά μεταφέρεται στη περιοχή που έχει λουλούδια.(η νομαδική μελισσοκομία θεωρείτε πιο αποτελεσματική και αποδοτική)

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΑ

Η παραδοσιακή μελισσοκομία της χώρας μας, η μελισσοκομία δηλαδή που ασκούνταν έως το μεγαλύτερο μέρος του 20ουαιώνα με παραδοσιακές κυψέλες και μεθόδους που παραδίδονταν από γενιά σε γενιά, είχε τεράστια συμβολή, διττή μάλιστα, στην εξέλιξη της παγκόσμιας μελισσοκομίας. Δεν είναι υπερβολή να αναφέρουμε πως η σύγχρονη μελισσοκομία με τις πλαισιοκυψέλες βασίζεται σε παραδοσιακές κυψέλες της νότιας Ελλάδας. Γίνεται λόγος βέβαια για τις κυψέλες κινητής κηρήθρας, τις οποίες συνάντησαν κατά τις περιοδείες τους δυτικοί περιηγητές και τις οποίες περιέγραψαν αργότερα στις ταξιδιωτικές τους εντυπώσεις. Αυτές ακριβώς οι περιγραφές των δυνατοτήτων των εν λόγω κυψελών, παρόλα τα λάθη που περιείχαν, ήταν που έδωσαν το έναυσμα σε μια προσπάθεια αναζήτησης εκ μέρους των ερευνητών του δυτικού κόσμου, ορθολογικότερου τρόπου άσκησης της μελισσοκομίας. Η αναζήτηση αυτή ολοκληρώθηκε στα μέσα του 19ουαιώνα με τον καθορισμό του «διαστήματος της μέλισσας» (που στην ελληνική παραδοσιακή μελισσοκομία υπολογιζόταν εμπειρικά) και τη δημιουργία της σύγχρονης πλαισιοκυψέλης.

                          7.

Όταν στην πορεία αποδείχθηκε πως η πλαισιοκυψέλη, για μια σειρά από λόγους, δεν ήταν κατάλληλη για τον αναπτυσσόμενο κόσμο, η ελληνική παραδοσιακή μελισσοκομία ήταν που έδωσε τη λύση δια της γεωπόνου Πόπης Παπαδοπούλου. Η Παπαδοπούλου εργαζόταν τότε στη Ροδεσία (σημ. Ζιμπάμπουε) και πρότεινε τη χρήση από τους γηγενείς των παραδοσιακών ανάστομων και αμφίστομων κοφινιών κινητής κηρήθρας της Ελλάδας. Γρήγορα αποδείχθηκε η ορθότητα της πρότασης εξαιτίας της ευκολίας κατασκευής τους από τους ντόπιους χωρίς έξοδα και των δυνατοτήτων που τα κοφίνια αυτά προσφέρουν στην άσκηση της μελισσοκομίας. Σύντομα ωστόσο συνάδελφοι της Παπαδοπούλου, συμφωνώντας εν πολλοίς με την πρότασή της, πρότειναν με τη σειρά τους, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, τη χρήση, αντί πλεκτών, σανιδένιων ορθογώνιων κυψελών που επιτρέπουν τη χρήση ισομηκών κηρηθροφορέων. Ξεκίνησαν μάλιστα κάποτε να ερίζουν μεταξύ τους για το ποιος ήταν αυτός που έκανε πρώτος την «ανακάλυψη» των εν λόγω κυψελών, που χρησιμοποιούνται σήμερα (γνωστότερη όλων η λεγόμενη “Kenya Top-Bar Hive”) ευρέως σε όλον τον αναπτυσσόμενο κόσμο. Αποδείχθηκε εντούτοις πως παραδοσιακές κυψέλες με τα χαρακτηριστικά των «ανακαλυφθέντων» αυτών ήταν ήδη σε χρήση σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Και όχι μόνο αυτό. Στα 1955, περισσότερο δηλαδή από δέκα χρόνια πριν τις αναφερθείσες «ανακαλύψεις», ορθογώνιες κυψέλες κινητής κηρήθρας είχαν περιγραφεί (από τον Ν. Νικολαΐδη) στα Αγγλικά και στο διεθνές περιοδικό Bee World ως παραδοσιακές ελληνικές. Αν και υπήρξαν κατά καιρούς αρκετές αξιόλογες προσπάθειες για τη συλλογή στοιχείων αναφορικά με την παραδοσιακή μας μελισσοκομία, η συστηματική καταγραφή των διάφορων εκφάνσεων του μελισσοκομικού μας πολιτισμού ξεκίνησε μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1990 με πιονέρο και ιθύνοντα νου τον γεωπόνο του Υπουργείου Γεωργίας τότε, Θανάση Μπίκο. Τα άρθρα του υπό τον τίτλο «Μελισσοκομικές Καταγραφές» στο περιοδικό Μελισσοκομική Επιθεώρηση εδώ και



δύο δεκαετίες, όπως και άλλα σε διεθνή περιοδικά, μαζί με τις εισηγήσεις του σε διεθνή και ελληνικά συνέδρια, έχουν εμπλουτίσει τις γνώσεις μας για την παραδοσιακή μας μελισσοκομία σε εντυπωσιακό βαθμό. Στην πορεία και κυρίως τα τελευταία χρόνια, προστέθηκαν στην προσπάθεια καταγραφής και μελέτης της μελισσοκομικής μας παράδοσης και άλλοι επιστήμονες, ορισμένοι με μόνιμα κατά το μάλλον ή ήττον ενδιαφέροντα, άλλοι με σποραδικές έρευνες.Η έως τώρα μελέτη του παραδοσιακού μας μελισσοκομικού πλούτου επιτρέπει νομίζουμε να επιχειρήσουμε εδώ μια σύνοψη των έως τώρα γνωστών, ξεκινώντας από τους τύπους των χρησιμοποιούμενων κυψελών. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως στα χέρια Ελλήνων μελισσοκόμων απαντούσε κάθε κύριος τύπος παραδοσιακής κυψέλης (για την Apis mellifera) που έχει παγκοσμίως καταγραφεί. Η μόνη διαφορά έχει να κάνει με



τα υλικά κατασκευής, μια που όντως υπάρχουν υλικά που δε χρησιμοποιήθηκαν ποτέ στη χώρα μας για κατασκευή κυψελών, όπως για παράδειγμα τα από πλεγμένα άχυρα κοφίνια. Ανά τύπο λοιπόν και ξεκινώντας από τις οριζόντιες κυψέλες, έχουμε οριζόντιες πήλινες μονόστομες κυψέλες, γνωστές όπως είδαμε από την αρχαιότητα, οι οποίες ήταν σε χρήση σε πολλά νησιά των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων. Πριν λίγους αιώνες οι πήλινες αυτές κυψέλες φαίνεται πως χρησιμοποιούνταν και σε ορισμένες ηπειρωτικές θέσεις της νότιας Ελλάδας. Συχνά έφεραν προεκτάματα, το οποία όμως διέφεραν από αυτά της αρχαιότητας και της πρώιμης βυζαντινής εποχής, όντας πολύ μεγαλύτερα σε μήκος. Μονόστομες κυψέλες υπήρχαν και λίθινες (από πλάκες) σε αρκετά από τα νησιά του νότιου Αιγαίου, όπως και σανιδένιες (στις Πρέσπες). Ειδική περίπτωση αποτελούσαν οι μονόστομες μεν, αλλά με σπάσιμο – άνοιγμα στο πίσω μέρος κυψέλες, γνωστό ως «κωλόπωμα», που ήταν σε χρήση σε ορισμένα νησιά του νότιου Αιγαίου (Ικαρία, Κυκλάδες). Δίστομες πήλινες οριζόντιες κυλινδρικές κυψέλες χρησιμοποιούνταν στην Κύπρο (σε ορισμένες περιπτώσεις και χωμάτινες, από ξεραμένη δηλαδή στον ήλιο λάσπη) σε αρκετά από τα Δωδεκάνησα, αλλά και σε νησιά του ανατολικού Αιγαίου, όπως η Λέσβος.
Δίστομες πλεκτές κυλινδρικές κυψέλες χρησιμοποιούνταν επίσης σε αρκετά νησιά του νότιου και ανατολικού Αιγαίου, στην Κύπρο, τη Μικρά Ασία και μετά την έλευση των προσφύγων του 1922 σε τόπους εγκατάστασής τους, όπως η Δράμα. Δίστομες οριζόντιες από κορμούς δέντρων κυψέλες έχουν καταγραφεί στη Μικρά Ασία (στον Πόντο μάλιστα συχνά με ιδιάζον σχίσιμο στη μέση που χώριζε την κυψέλη στα δύο), σε νησιά του ανατολικού Αιγαίου, στην Κύπρο,

σπάνια ακόμη και στην Κρήτη. Δίστομες σανιδένιες απαντούσαν στα Δωδεκάνησα και στο Ανατολικό Αιγαίο. Δίστομες λίθινες ή  κατασκευασμένες από κεραμίδες στέγης, στη Μάνηκαι σε ορισμένα νησιά του Ιονίου και των Δωδεκανήσων. Οισπανιότατες, αλλά γνωστές από τη ρωμαϊκή αρχαιότητα, δίστομες κυλινδρικές από σβουνιά βοοειδών, χρησιμοποιούνταναπό κατοίκους της Καππαδοκίας.Δίστομες οριζόντιες κωνικές (κόλουρος κώνος) πήλινεςκυψέλες ήταν γνωστές στην ανατολική Κρήτη, στην Ίο, ενώέχουν καταγραφεί και στην Κύπρο. Παρόμοιες πλεκτές χρησιμοποιούνταν και από Έλληνες της Μικράς Ασίας και αργότεραστον τόπο εγκατάστασής τους, στη Φλώρινα.Κυψέλες χτιστές σε τοίχους ή σκαλισμένες σε βράχους χρησιμοποιούνταν στην ΚαππαδοκίατηςΜ.Ασίας,στη Φλώρινα,στην Καρδίτσα, σε νησιά του Ιονίου, στα Κύθηρα και Αντικύθηρα, στην Άνδρο, στη Χίο (όπου και οι μοναδικές τριγωνικούσχήματος από πήλινες ή λίθινες πλάκες) και στην Κύπρο.Όσον αφορά στις κάθετες κυψέλες, επίστομες από κορμούς                                                                                                               

κυψελών. Από την άλλη, οι έντονες διαφορές που υπάρχουν στις κλιματολογικές συνθήκες (από το ξηροθερμικό κλίμα σε νησιά και στο νότο φτάνουμε στο σχετικά υγρό ηπειρωτικό στα βόρεια της χώρας) ανάγκαζαν συχνά τους μελισσοκόμους να χρησιμοποιούν διαφορετικά υλικά για την κατασκευή των κυψελών τους, υλικά που ήταν εύκολο να βρεθούν στον τόπο που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν. Ένα άλλο ζήτημα της παραδοσιακής μελισσοκομίας έχει να κάνει με τη χρήση λίθινων κατασκευών, που χρησιμοποιούνταν για την προστασία των παραδοσιακών κυψελών από τα στοιχεία της φύσης. Γίνεται λόγος για τα μελισσομάντρια και για τις θυρίδες, όπου τοποθετούνταν οι κυψέλες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο κυρίως, αλλά και γενικότερα στη Δύση, τις εν λόγω θυρίδες τις έχουν περί πολλού και εκτός του πλήθους των σχετικών δημοσιευμάτων, οι τοίχοι που τις φέρουν καταγράφονται λεπτομερώς και καταχωρούνται ήδη από το 1952. Σήμερα, υπάρχει βάση δεδομένων με όλες τις έως τώρα καταγραφές (δες www.ibra.org.uk - Bee Boles). Παρόμοια η κατάσταση και στη Γαλλία και το Βέλγιο με τη δουλειά που κάνουν εκεί τα μέλη της Apistoria. Σχετικές προσπάθειες λαμβάνουν χώρα και στην Ιταλία, όπως και την Ιβηρική, εκεί όμως οι έρευνες και οι μελέτες αφορούν κυρίως στα μελισσομάντρια που υπάρχουν σε σχετικά μεγάλους αριθμούς.
Στην Ελλάδα απαντούν τόσο μελισσομάντρια, τα οποία φαίνεται πως ήταν γνωστά από τη βυζαντινή τουλάχιστον εποχή όσο και θυρίδες για τοποθέτηση κυψελών (οι παλαιότερες πιθανώς τον 4οπ.Χ. αιώνα). Στη Δύση οι χρησιμοποιούμενοι τύποι κυψελών είναι λίγοι και (σχεδόν) πάντα επίστομοι, συχνά μάλιστα απαντούσε στις μόνο τύπος (στις στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία – επίστομα κοφίνια από άχυρο ή βέργες). Συνακόλουθα, οι θυρίδες εκεί διέθεταν σχήμα που ανταποκρινόταν στις ανάγκες προστασίας των χρησιμοποιούμενων κυψελών και υπήρχε, παρά στις όποιες διαφοροποιήσεις, ομοιογένεια όσον αφορά στα κύρια χαρακτηριστικά στις. Στην Ελλάδα στις, όπου οι χρησιμοποιούμενοι παραδοσιακοί τύποι κυψελών ήταν στις είδαμε πολλοί και διαφορετικοί, μοιραία και οι θυρίδες, όταν χρησιμοποιούνταν τέτοιες, είχαν με τη σειρά στις μεγάλη ποικιλομορφία. Όσον αφορά τέλος στα μελισσομάντρια, δηλαδή στις κατασκευές που περιέκλειαν το μελισσοκομείο (διαθέτοντας σε ορισμένες περιπτώσεις θυρίδες και σε στις όχι) έχουν καταγραφεί στη Θεσσαλία, στην Πελοπόννησο, σε νησιά του νότιου Αιγαίου και στην Κρήτη. Στη Δύση τα μνημεία αυτά, σε αρκετές περιπτώσεις, αναστηλώνονται και αποτελούν πόλο έλξης επισκεπτών. Στη χώρα στις αρκετά είναι αυτά που θα μπορούσαν να διασωθούν και αξιοποιηθούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το μελισσομάντρι στις Ανατολής στον Κίσσαβο, το οποίο, παρά στις κατά καιρούς εξαγγελίες και ειλικρινείς προσπάθειες για ανάδειξη και αξιοποίηση, παραμένει δυστυχώς ακόμη υπό κατάρρευση.Σχετικό με το άρθρο αυτό ήταν και το Διεθνές Συμπόσιο που διοργανώθηκε στην Ερμούπολη στις Σύρου στις 9-11 Οκτωβρίου 2014 από το Επιμελητήριο Κυκλάδων και το Τμήμα Μελισσοκομίας του ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ». Αναλυτικότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα του Τμήματος Μελισσοκομίας.


δέντρων (και αμφίστομες, αλλά σταθερής πάντα κηρήθρας), απαντούσαν σε περιοχές της ηπειρωτικής κυρίως Ελλάδας (Πίνδος, Στερεά, Θεσσαλία, Πελοπόννησος) αλλά και σε ορισμένα νησιά (Ίμβρος, Σαμοθράκη). Παρόμοιες υπήρχαν και από φλοιό δέντρου (Στερεά και Πελοπόννησος). Επίστομες σανιδένιες έχουν καταγραφεί σε αρκετές περιοχές (Ήπειρος, Θεσσαλία, Ίμβρος, Σαμοθράκη, Στερεά, Πελοπόννησος). Επίσης, κοφίνια επίστομα, οξύληκτα ή με σχεδόν επίπεδη οροφή, σε όλη σχεδόν την ηπειρωτική Ελλάδα, σε νησιά του βόρειου Αιγαίου και στην Άνδρο. Πήλινες επίστομες καμπάνες χρησιμοποιούνταν στην Άνδρο και στη Γυάρο.Κυψέλες κινητής κηρήθρας, ανάστομες ή αμφίστομες, πήλινες, ήταν σε χρήση στην Κρήτη και στη Γαύδο, στην Κέα, σε περιοχή της νότιας Πελοποννήσου και λίγο παλαιότερα (19ος αι.) στα Κύθηρα. Αμφίστομες πήλινες, αλλά χωρίς κινητές κηρήθρες, απαντούσαν στην Κέρκυρα. Κοφίνια ανάστομα και αμφίστομα στη δυτική Κρήτη, στα Κύθηρα, στην ανατολική Πελοπόννησο, στα νησιά του Αργοσαρωνικού, στην Κέα και στην Αττική. Σανιδένιες και λίθινες ανάστομες στην Κρήτη, στα Κύθηρα και στην Κέα. Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, οι τύποι των παραδοσιακών κυψελών που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες μελισσοκόμοι είναι πάμπολλοι, περισσότεροι μάλιστα από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Αυτό πιστεύουμε ότι οφείλεται από τη μια στο γεγονός πως η νότιος Βαλκανική (και πιθανώς η Μικρά Ασία) υπήρξε η ενδιάμεση εκείνη ζώνη όπου -ήδη από την αρχαιότητα- απαντούσαν τόσο οριζόντιοι όσο και κάθετοι τύποι
κυψελών. Από την άλλη, οι έντονες διαφορές που υπάρχουν στις κλιματολογικές συνθήκες (από το ξηροθερμικό κλίμα σε νησιά και στο νότο φτάνουμε στο σχετικά υγρό ηπειρωτικό στα βόρεια της χώρας) ανάγκαζαν συχνά τους μελισσοκόμους να χρησιμοποιούν διαφορετικά υλικά για την κατασκευή των κυψελών τους, υλικά που ήταν εύκολο να βρεθούν στον τόπο που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν. Ένα άλλο ζήτημα της παραδοσιακής μελισσοκομίας έχει να κάνει με τη χρήση λίθινων κατασκευών, που χρησιμοποιούνταν για την προστασία των παραδοσιακών κυψελών από τα στοιχεία της φύσης. Γίνεται λόγος για τα μελισσομάντρια και για τις θυρίδες, όπου τοποθετούνταν οι κυψέλες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο κυρίως, αλλά και γενικότερα στη Δύση, τις εν λόγω θυρίδες τις έχουν περί πολλού και εκτός του πλήθους των σχετικών δημοσιευμάτων, οι τοίχοι που τις φέρουν καταγράφονται λεπτομερώς και καταχωρούνται ήδη από το 1952. Σήμερα, υπάρχει βάση δεδομένων με όλες τις έως τώρα καταγραφές (δες www.ibra.org.uk - Bee Boles). Παρόμοια η κατάσταση και στη Γαλλία και το Βέλγιο με τη δουλειά που κάνουν εκεί τα μέλη της Apistoria. Σχετικές προσπάθειες λαμβάνουν χώρα και στην Ιταλία, όπως και την Ιβηρική, εκεί όμως οι έρευνες και οι μελέτες αφορούν κυρίως στα μελισσομάντρια που υπάρχουν σε σχετικά μεγάλους αριθμούς.


ΣΎΓΧΡΟΝΗ ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΊΑ

Το μελίσσι αποτελείται από την κυψέλη , τις κηρήθρες που περιέχουν τις τροφές ( μέλι, γύρη ), τα ακμαία άτομα ( βασίλισσα ,εργάτριες , κηφήνες ) και τον γόνο ( αυγά, προνύμφες και νύμφες ) που βρίσκονται επίσης στα κελιά των κηρηθρών. Κάθε κυψέλη αποτελείται από τον εμβυοθάλαμο, τον μελιτοθάλαμο , το καπάκι και την βάση. Τόσο στον εμβρυοθάλαμο όσο και στον μελιτοθάλαμο υπάρχουν από δέκα πλαίσια. Στο πλαίσιο κτίζουν οι μέλισσες την κηρήθρα. Κάθε μελίσσι έχει μία βασίλισσα ( ζει μέχρι και 4-5 χρόνια και γεννάει εκατοντάδες αυγά την ημέρα ), εκατοντάδες κηφήνες ( έχουν ρόλο να γονιμοποιούν σε πτήση βασίλισσες ) και χιλιάδες εργάτριες ( εκτελούν ανάλογα με την ηλικία τους σειρά εργασιών όπως το τάισμα των προνυμφών, το καθάρισμα, τη φρούρηση του μελισσιού, το κτίσιμο της κηρήθρας, τη συλλογή νέκταρος, γύρης, νερού και πρόπολης κ.α ). Η εργάτρια ηλικίας έως είκοσι ημερών παραμένει στην κυψέλη ( οικιακή μέλισσα ) ενώ μετά από αυτή την ηλικία γίνεται συλλέκτρια. Τα κελία διακρίνονται κατά σειρά μεγέθους σε βασιλοκελιά, κηφηνοκελιά και εργατικά στα αναπτύσσονται οι βασίλισσες, οι κηφήνες και οι εργάτριες αντίστοιχα. Η διάρκεια ανάπτυξης από το αυγό ως την έξοδο του ακμαίου εντόμου από τα κελιά είναι 16, 24 και 21 μέρες αντίστοιχα. Οι κηφήνες προέρχονται από αγονιμοποίητα αυγά. Προνύμφη γονιμοποιημένου αυγού που τρέφεται συνεχώς με βασιλικό πολτό θα δώσει βασίλισσα ενώ αν μετά την ηλικία των δυόμιση ημερών διακοπεί η τροφοδοσία θα δώσει εργάτρια. Η διατροφή των μελισσών απαιτεί την ύπαρξη μελισσοκομικών φυτών που προσφέρουν νέκταρ ή μελίτωμα ή γύρη ή συνδυασμό αυτών. Τα σπουδαιότερα μελισσοκομικά φυτά στην Ελλάδα είναι το θυμάρι, τα εσπεριδοειδή, το βαμβάκι, το ρείκι και η κουμαριά. Το περισσότερο όμως μέλι ( περίπου το 70% της παραγωγής ) βγαίνει από το μελίτωμα εντόμων που μυζούν χυμούς του πεύκου και του έλατου. Σπουδαίο μελισσοκομικό φυτό προς διάδοση είναι η φακελωτή. Η τεχνητή διατροφή τώρα περιλαμβάνει κυρίως τροφοδότηση με υδατάνθρακες ( ζάχαρη, μέλι, ζαχαροζύμαρο ) και με πρωτεΐνες ( γύρη ή σογιάλευρο ως υποκατάστατο της γύρης) . Τα κυριότερα λειτουργικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ο μελισσοκόμος είναι η μελισσοκομική μάσκα, το καπνιστήρι και το ξέστρο. Οι κλιματολογικές συνθήκες επηρεάζουν καθοριστικά την ανάπτυξη του μελισσιού. Το χειμώνα δεν υπάρχει γόνος (η βασίλισσα δεν ωοτοκεί) και οι μέλισσες συνήθως σχηματίζουν σφαίρα (μελισσόσφαιρα) για να διατηρήσουν ικανοποιητικά για αυτές θερμοκρασία.

Ο πληθυσμός αυξάνει στα υγειή μελίσσια πολύ γρήγορα την άνοιξη και υπάρχει κίνδυνος, λόγο συνωστισμού και άλλων παραγόντων, η βασίλισσα με το μισό περίπου πληθυσμό να φύγει και να εγκατασταθεί αλλού. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται “σμηνουργία”. Στο μητρικό ( ορφανό πλέον μελίσσι ), από βασιλικά κελιά σμηνουργίας που είχαν προηγουμένως κατασκευαστεί, θα προέλθει η νέα βασίλισσα. Το καλοκαίρι με τις υψηλές θερμοκρασίες, την ξηρασία και την έλλειψη πλούσιας ανθοφορίας, ο πληθυσμός του μελισσιού μειώνεται για να αυξηθεί πάλι το φθινόπωρο όταν υπάρχουν βροχές και ανθίσουν μελισσοκομικά φυτά, όπως το ρείκι. Οι μέλισσες που παράγονται τότε είναι αυτές που θα ξεχειμωνιάσουν. Στη σύγχρονη μελισσοκομία ο μελισσοκόμος επηρεάζει δραστικά την ανάπτυξη του μελισσιού. Πάντα ,όμως, προσπαθεί να συμπέσει χρονικά η έναρξη της κύριας ανθοφορίας (μελιτοφορίας) στην περιοχή, με τη μεγαλύτερη δυνατή ανάπτυξη του πληθυσμού των μελισσιών του. Για το σκοπό αυτό απαραίτητα είναι μεταξύ άλλων η πρόληψη της σμηνουργίας, η διατήρηση της υγείας και η αντικατάσταση των βασιλισσών των μελισσιών κάθε χρόνο. Η διατήρηση στα μελίσσια νέων βασιλισσών προϋποθέτει τη γνώση από το μελισσοκόμο μεθόδου βασικής παραγωγής βασιλισσών (βασιλοτροφία). Με αυτή επιδιώκει ο μελισσοκόμος και τη βελτίωση των μελισσιών του. Για το σκοπό αυτό επιλέγει ορισμένα ως μελίσσια επιλογής βασιλισσών και άλλα ως μελίσσια παραγωγής κηφήνων. Βασικό σημείο στη βασιλοτροφία είναι ο εμβολιασμός με προνύμφη μιας (1) ημέρας, από τα μελίσσια επιλογής βασιλισσών, τεχνητών βασιλικών κελιών και η τοποθέτηση αυτών σε πολύ δυνατά μελίσσια που ορφανέψαμε (μελίσσια εκτροφής βασιλισσών). Με την πρόληψη της σμηνουργίας και με τη βασιλοτροφία επιτυγχάνεται η παραγωγή παραφυάδων (νέων μελισσιών) από αρχικά (μητρικά) μελίσσια. Διάφοροι παθογόνοι μικροοργανισμοί (βακτήρια, μύκητες, ιοί) αλλά και άλλοι ζωικοί οργανισμοί (πρωτόζωα, ακάρεα, έντομα, ακόμα και μεγάλα θηλαστικά ή άλλα ζώα) μπορεί να προκαλέσουν μικρές ή μεγάλες ζημιές στο γόνο ή και στα ακμαία των μελισσών. Σημαντικά προβλήματα επίσης δημιουργούνται από τους ψεκασμούς των φυτών με μελισσοτοξικά φυτοπροστατευτικά προϊόντα (φυτοφάρμακα). Από τις ασθένειες του γόνου ξεχωρίζουν σε σπουδαιότητα η Αμερικάνικη Σηψιγονία που δύσκολα εξαλείφεται, η συχνότερη αλλά λιγότερο επικίνδυνη Ευρωπαϊκή Σηψιγονία και η Ασκοσφαίρωση.
Από τις ασθένειες των ακμαίων ξεχωρίζει η Νοζεμίαση που προσβάλει κυρίως το στομάχι της μέλισσας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η Βαρροϊκή Ακαρίαση, η οποία εκτός από τα ακμαία προσβάλει και το γόνοΟ Κηρόσκωρος ( μια κάμπια ) καταστρέφει τις κηρήθρες τόσο στην αποθήκη όσο και στο μελίσσι όταν αυτό είναι πολύ αδύνατο. Όσο ο μελισσοκόμος διατηρεί τα μελίσσια του στο σωστό πληθυσμό και με τις σωστές προμήθειες ( μέλι, γύρη ) τόσο η πιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων υγείας σε αυτά θα είναι μικρότερη. Πρέπει να χρησιμοποιεί μόνο εγκεκριμένα φάρμακα και μόνο όταν αυτά χρειάζονται. Η μεταφορά των μελισσιών προς παροχή υπηρεσιών επικονίασης σε δενδρώδεις ή άλλες καλλιέργειες αποδεδειγμένα συμβάλλει στην ποσοτική και την ποιοτική αύξηση της φυτικής παραγωγής εξασφαλίζοντας παράλληλα τροφή στα μελίσσια και πιθανώς άμεση χρηματική αμοιβή στο μελισσοκόμο από τους καλλιεργητές. Κάθε τροφή, ύλη ή ακόμα και ζωντανό μέρος του μελισσιού που μπορεί να πάρει ο μελισσοκόμος από το μελίσσι για τη δική του χρήση ή για να τα εμπορευθεί, θεωρείται μελισσοκομικό προϊόν. Τα προϊόντα αυτά ο μελισσοκόμος τα παίρνει με διάφορους τρόπους και τεχνικές συνεργαζόμενος με το μελίσσι, χωρίς να το βλάπτει. Το πιο γνωστό προϊόν είναι το μέλι. Αυτό σε ποσοστά πάνω από 80% αποτελείται από σάκχαρα, κυρίως φρουκτόζη και γλυκόζη. Η περιεκτικότητα σε νερό δεν πρέπει να ξεπερνά το 18%. Περιέχει επίσης ιχνοστοιχεία, βιταμίνες, ένζυμα, ανόργανα και οργανικά οξέα κ.ά. Κάθε είδος μελιού έχει χημικά, φυσικά, οργανοληπτικά και παλινολογικά (γυρεολογικά) χαρακτηριστικά που καθορίζουν την ποιότητά του και το διαφοροποιούν. Ένα βασικό φυσικό χαρακτηριστικό των διαφόρων ιδών ανθόμελων είναι η κρυστάλλωσή τους, που μεταξύ άλλων εξαρτάται από τη σχέση γλυκόζης προς φρουκτόζη καθώς και γλυκόζη προς νερό. Προϋπόθεση για τη μεγάλη παραγωγή μελιού είναι η ύπαρξη δυνατών μελισσιών κατά την περίοδο μιας πλούσιας ανθοφορίας. Επίσης, ενέργειες όπως ο περιορισμός της βασίλισσας στον εμβρυοθάλαμο με τη χρησιμοποίηση του βασιλικού διαφράγματος και η δημιουργία δεύτερης εισόδου στο μελιτοθάλαμο. Αφαιρούνται μόνο τα πλαίσια με ώριμο μέλι και, αφού απολεπισθούν με ειδικό μαχαίρι, τοποθετούνται μελιτοεξαγωγέα, όπου με φυγοκέντριση παίρνουμε το μέλι. Η γύρη ως μελισσοκομικό προϊόν, αν και όχι ιδιαίτερα γνωστό, έχει μεγάλη οικονομική αξία. Είναι πολύ πλούσια σε πρωτεΐνες και αμινοξέα καθώς και σε σάκχαρα. Περιέχει ακόμα νερό και πολλές άλλες ουσίες. Συλλέγεται εύκολα με ειδικές γυρεοπαγίδες που τοποθετούνται εμπρός ή μέσα στην κυψέλη.

Είναι απαραίτητο να τροφοδοτούμε με σιρόπι τα μελίσσια που έχουν τις συγκεκριμένες παγίδες. Η φρέσκια γύρη που συλλέγεται πρέπει να χάσει υγρασία (να φτάσει περίπου στο 8%), να καθαριστεί από ξένα σώματα και να αποθηκευτεί κατάλληλα σε ψυχρό μέρος. Ο βασιλικός πολτός είναι ένα πολύ γνωστό μελισσοκομικό προϊόν. Είναι μια παχύρευστη, υπόλευκη και με ιδιάζουσα γεύση ουσία. Αποτελείται κυρίως από νερό αλλά περιέχει αρκετή ποσότητα πρωτεϊνών, σακχάρων και πληθώρα άλλων ουσιών ( λιπίδια, μέταλλα, βιταμίνες, ορμόνες κ.α. ). Η παραγωγή του βασιλικού πολτού συνδυάζεται συχνά με τη βασιλοτροφία. Φροντίζουμε να τροφοδοτούμε καλά τα μελίσσια ή και να υπάρχει πλούσια ανθοφορία στην περιοχή και κυρίως να ενισχύουμε τα μελίσσια με ώριμο γόνο ή και με νεαρές εργάτριες. Το κερί χημικώς αποτελείται από εστέρες λιπαρών οξέων αλλά περιέχει και πολλά ελεύθερα λιπαρά οξέα όπως και υδατάνθρακες, αλκοόλες κ.α. Για την απόληψη του κεριού ο μελισσοκόμος χρησιμοποιεί κυρίως τις παλιές, κατεστραμμένες κηρήθρες και πολύ λιγότερο τα απολεπίσματα των πλαισίων του μελιού. Οι κηρήθρες λιώνονται με τη βοήθεια της ηλιακής ενέργειας ( στον ηλιακό κηροτήκτη ) ή με βραστό νερό ή ατμό σε απλά δοχεία ή σε ειδικούς μηχανικούς κηροτήκτες. Η προπόλη, ένα παραμελημένο από τους μελισσοκόμους προϊόν, συλλέγεται από ηλικιωμένες εργάτριες από διάφορα φυτά και χρησιμοποιείται στο μελίσσι ως υλικό κατασκευής και ως αντισηπτικό. Αποτελείται κυρίως από ρητινώδεις και βαλσαμικές ύλες και κερί. Για τη συλλογή της χρησιμοποιούμε κυρίως πλαστικά πλέγματα με πυκνό πλέξιμο τα οποία τοποθετούμε πάνω στους κηρηθροφορείς. Το δηλητήριο, προϊόν ειδικών αδένων της εργάτριας, περιέχει πλήθος ουσιών με ποικίλη φαρμακευτική αξία. Δεν υπάρχει παραγωγή στη χώρα μας. Για την απόληψη του δηλητηρίου απαιτείται ειδική συσκευή που τοποθετείται μπροστά στην είσοδο της κυψέλης. Στη σύγχρονη διαχείριση μιας μελισσοκομικής μονάδας κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη ειδικού στεγασμένου χώρου στον οποίο ο μελισσοκόμος να μπορεί να πραγματοποιεί με άνεση και ασφάλεια όλες τις εργασίες σχετικά με την προετοιμασία, συντήρηση και επισκευή των κυψελών και των υπολοίπων εξαρτημάτων αλλά και μελισσοκομικών εργαλείων και μηχανημάτων.

Ο πληθυσμός αυξάνει στα υγειή μελίσσια πολύ γρήγορα την άνοιξη και υπάρχει κίνδυνος, λόγο συνωστισμού και άλλων παραγόντων, η βασίλισσα με το μισό περίπου πληθυσμό να φύγει και να εγκατασταθεί αλλού. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται “σμηνουργία”. Στο μητρικό ( ορφανό πλέον μελίσσι ), από βασιλικά κελιά σμηνουργίας που είχαν προηγουμένως κατασκευαστεί, θα προέλθει η νέα βασίλισσα. Το καλοκαίρι με τις υψηλές θερμοκρασίες, την ξηρασία και την έλλειψη πλούσιας ανθοφορίας, ο πληθυσμός του μελισσιού μειώνεται για να αυξηθεί πάλι το φθινόπωρο όταν υπάρχουν βροχές και ανθίσουν μελισσοκομικά φυτά, όπως το ρείκι. Οι μέλισσες που παράγονται τότε είναι αυτές που θα ξεχειμωνιάσουν. Στη σύγχρονη μελισσοκομία ο μελισσοκόμος επηρεάζει δραστικά την ανάπτυξη του μελισσιού. Πάντα ,όμως, προσπαθεί να συμπέσει χρονικά η έναρξη της κύριας ανθοφορίας (μελιτοφορίας) στην περιοχή, με τη μεγαλύτερη δυνατή ανάπτυξη του πληθυσμού των μελισσιών του. Για το σκοπό αυτό απαραίτητα είναι μεταξύ άλλων η πρόληψη της

Το μελίσσι αποτελείται από την κυψέλη , τις κηρήθρες που περιέχουν τις τροφές ( μέλι, γύρη ), τα ακμαία άτομα ( βασίλισσα ,εργάτριες , κηφήνες ) και τον γόνο ( αυγά, προνύμφες και νύμφες ) που βρίσκονται επίσης στα κελιά των κηρηθρών. Κάθε κυψέλη αποτελείται από τον εμβυοθάλαμο, τον μελιτοθάλαμο , το καπάκι και την βάση. Τόσο στον εμβρυοθάλαμο όσο και στον μελιτοθάλαμο υπάρχουν από δέκα πλαίσια. Στο πλαίσιο κτίζουν οι μέλισσες την κηρήθρα. Κάθε μελίσσι έχει μία βασίλισσα ( ζει μέχρι και 4-5 χρόνια και γεννάει εκατοντάδες αυγά την ημέρα ), εκατοντάδες κηφήνες ( έχουν ρόλο να γονιμοποιούν σε πτήση βασίλισσες ) και χιλιάδες εργάτριες ( εκτελούν ανάλογα με την ηλικία τους σειρά εργασιών όπως το τάισμα των προνυμφών, το καθάρισμα, τη φρούρηση του μελισσιού, το κτίσιμο της κηρήθρας, τη συλλογή νέκταρος, γύρης, νερού και πρόπολης κ.α ). Η εργάτρια ηλικίας έως είκοσι ημερών παραμένει στην κυψέλη ( οικιακή μέλισσα ) ενώ μετά από αυτή την ηλικία γίνεται συλλέκτρια. Τα κελία διακρίνονται κατά σειρά μεγέθους σε βασιλοκελιά, κηφηνοκελιά και εργατικά στα αναπτύσσονται οι βασίλισσες, οι κηφήνες και οι εργάτριες αντίστοιχα. Η διάρκεια ανάπτυξης από το αυγό ως την έξοδο του ακμαίου εντόμου από τα κελιά είναι 16, 24 και 21 μέρες αντίστοιχα. Οι κηφήνες προέρχονται από αγονιμοποίητα αυγά. Προνύμφη γονιμοποιημένου αυγού που τρέφεται συνεχώς με βασιλικό πολτό θα δώσει βασίλισσα ενώ αν μετά την ηλικία των δυόμιση ημερών διακοπεί η τροφοδοσία θα δώσει εργάτρια. Η διατροφή των μελισσών απαιτεί την ύπαρξη μελισσοκομικών φυτών που προσφέρουν νέκταρ ή μελίτωμα ή γύρη ή συνδυασμό αυτών. Τα σπουδαιότερα μελισσοκομικά φυτά στην Ελλάδα είναι το θυμάρι, τα εσπεριδοειδή, το βαμβάκι, το ρείκι και η κουμαριά. Το περισσότερο όμως μέλι ( περίπου το 70% της παραγωγής ) βγαίνει από το μελίτωμα εντόμων που μυζούν χυμούς του πεύκου και του έλατου. Σπουδαίο μελισσοκομικό φυτό προς διάδοση είναι η φακελωτή. Η τεχνητή διατροφή τώρα περιλαμβάνει κυρίως τροφοδότηση με υδατάνθρακες ( ζάχαρη, μέλι, ζαχαροζύμαρο ) και με πρωτεΐνες ( γύρη ή σογιάλευρο ως υποκατάστατο της γύρης) . Τα κυριότερα λειτουργικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ο μελισσοκόμος είναι η μελισσοκομική μάσκα, το καπνιστήρι και το ξέστρο. Οι κλιματολογικές συνθήκες επηρεάζουν καθοριστικά την ανάπτυξη του μελισσιού. Το χειμώνα δεν υπάρχει γόνος (η βασίλισσα δεν ωοτοκεί) και οι μέλισσες συνήθως σχηματίζουν σφαίρα (μελισσόσφαιρα) για να διατηρήσουν ικανοποιητικά για αυτές θερμοκρασία.
Ο πληθυσμός αυξάνει στα υγειή μελίσσια πολύ γρήγορα την άνοιξη και υπάρχει κίνδυνος, λόγο συνωστισμού και άλλων παραγόντων, η βασίλισσα με το μισό περίπου πληθυσμό να φύγει και να εγκατασταθεί αλλού. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται “σμηνουργία”. Στο μητρικό ( ορφανό πλέον μελίσσι ), από βασιλικά κελιά σμηνουργίας που είχαν προηγουμένως κατασκευαστεί, θα προέλθει η νέα βασίλισσα. Το καλοκαίρι με τις υψηλές θερμοκρασίες, την ξηρασία και την έλλειψη πλούσιας ανθοφορίας, ο πληθυσμός του μελισσιού μειώνεται για να αυξηθεί πάλι το φθινόπωρο όταν υπάρχουν βροχές και ανθίσουν μελισσοκομικά φυτά, όπως το ρείκι. Οι μέλισσες που παράγονται τότε είναι αυτές που θα ξεχειμωνιάσουν. Στη σύγχρονη μελισσοκομία ο μελισσοκόμος επηρεάζει δραστικά την ανάπτυξη του μελισσιού. Πάντα ,όμως, προσπαθεί να συμπέσει χρονικά η έναρξη της κύριας ανθοφορίας (μελιτοφορίας) στην περιοχή, με τη μεγαλύτερη δυνατή ανάπτυξη του πληθυσμού των μελισσιών του. Για το σκοπό αυτό απαραίτητα είναι μεταξύ άλλων η πρόληψη της σμηνουργίας, η διατήρηση της υγείας και η αντικατάσταση των βασιλισσών των μελισσιών κάθε χρόνο. Η διατήρηση στα μελίσσια νέων βασιλισσών προϋποθέτει τη γνώση από το μελισσοκόμο μεθόδου βασικής παραγωγής βασιλισσών (βασιλοτροφία). Με αυτή επιδιώκει ο μελισσοκόμος και τη βελτίωση των μελισσιών του. Για το σκοπό αυτό επιλέγει ορισμένα ως μελίσσια επιλογής βασιλισσών και άλλα ως μελίσσια παραγωγής κηφήνων. Βασικό σημείο στη βασιλοτροφία είναι ο εμβολιασμός με προνύμφη μιας (1) ημέρας, από τα μελίσσια επιλογής βασιλισσών, τεχνητών βασιλικών κελιών και η τοποθέτηση αυτών σε πολύ δυνατά μελίσσια που ορφανέψαμε (μελίσσια εκτροφής βασιλισσών). Με την πρόληψη της σμηνουργίας και με τη βασιλοτροφία επιτυγχάνεται η παραγωγή παραφυάδων (νέων μελισσιών) από αρχικά (μητρικά) μελίσσια. Διάφοροι παθογόνοι μικροοργανισμοί (βακτήρια, μύκητες, ιοί) αλλά και άλλοι ζωικοί οργανισμοί (πρωτόζωα, ακάρεα, έντομα, ακόμα και μεγάλα θηλαστικά ή άλλα ζώα) μπορεί να προκαλέσουν μικρές ή μεγάλες ζημιές στο γόνο ή και στα ακμαία των μελισσών. Σημαντικά προβλήματα επίσης δημιουργούνται από τους ψεκασμούς των φυτών με μελισσοτοξικά φυτοπροστατευτικά προϊόντα (φυτοφάρμακα). Από τις ασθένειες του γόνου ξεχωρίζουν σε σπουδαιότητα η Αμερικάνικη Σηψιγονία που δύσκολα εξαλείφεται, η συχνότερη αλλά λιγότερο επικίνδυνη Ευρωπαϊκή Σηψιγονία και η Ασκοσφαίρωση.

Από τις ασθένειες των ακμαίων ξεχωρίζει η Νοζεμίαση που προσβάλει κυρίως το στομάχι της μέλισσας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η Βαρροϊκή Ακαρίαση, η οποία εκτός από τα ακμαία προσβάλει και το γόνοΟ Κηρόσκωρος ( μια κάμπια ) καταστρέφει τις κηρήθρες τόσο στην αποθήκη όσο και στο μελίσσι όταν αυτό είναι πολύ αδύνατο. Όσο ο μελισσοκόμος διατηρεί τα μελίσσια του στο σωστό πληθυσμό και με τις σωστές προμήθειες ( μέλι, γύρη ) τόσο η πιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων υγείας σε αυτά θα είναι μικρότερη. Πρέπει να χρησιμοποιεί μόνο εγκεκριμένα φάρμακα και μόνο όταν αυτά χρειάζονται. Η μεταφορά των μελισσιών προς παροχή υπηρεσιών επικονίασης σε δενδρώδεις ή άλλες καλλιέργειες αποδεδειγμένα συμβάλλει στην ποσοτική και την ποιοτική αύξηση της φυτικής παραγωγής εξασφαλίζοντας παράλληλα τροφή στα μελίσσια και πιθανώς άμεση χρηματική αμοιβή στο μελισσοκόμο από τους καλλιεργητές. Κάθε τροφή, ύλη ή ακόμα και ζωντανό μέρος του μελισσιού που μπορεί να πάρει ο μελισσοκόμος από το μελίσσι για τη δική του χρήση ή για να τα εμπορευθεί, θεωρείται μελισσοκομικό προϊόν. Τα προϊόντα αυτά ο μελισσοκόμος τα παίρνει με διάφορους τρόπους και τεχνικές συνεργαζόμενος με το μελίσσι, χωρίς να το βλάπτει. Το πιο γνωστό προϊόν είναι το μέλι. Αυτό σε ποσοστά πάνω από 80% αποτελείται από σάκχαρα, κυρίως φρουκτόζη και γλυκόζη. Η περιεκτικότητα σε νερό δεν πρέπει να ξεπερνά το 18%. Περιέχει επίσης ιχνοστοιχεία, βιταμίνες, ένζυμα, ανόργανα και οργανικά οξέα κ.ά. Κάθε είδος μελιού έχει χημικά, φυσικά, οργανοληπτικά και παλινολογικά (γυρεολογικά) χαρακτηριστικά που καθορίζουν την ποιότητά του και το διαφοροποιούν. Ένα βασικό φυσικό χαρακτηριστικό των διαφόρων ιδών ανθόμελων είναι η κρυστάλλωσή τους, που μεταξύ άλλων εξαρτάται από τη σχέση γλυκόζης προς φρουκτόζη καθώς και γλυκόζη προς νερό. Προϋπόθεση για τη μεγάλη παραγωγή μελιού είναι η ύπαρξη δυνατών μελισσιών κατά την περίοδο μιας πλούσιας ανθοφορίας. Επίσης, ενέργειες όπως ο περιορισμός της βασίλισσας στον εμβρυοθάλαμο με τη χρησιμοποίηση του βασιλικού διαφράγματος και η δημιουργία δεύτερης εισόδου στο μελιτοθάλαμο. Αφαιρούνται μόνο τα πλαίσια με ώριμο μέλι και, αφού απολεπισθούν με ειδικό μαχαίρι, τοποθετούνται μελιτοεξαγωγέα, όπου με φυγοκέντριση παίρνουμε το μέλι. Η γύρη ως μελισσοκομικό προϊόν, αν και όχι ιδιαίτερα γνωστό, έχει μεγάλη οικονομική αξία. Είναι πολύ πλούσια σε πρωτεΐνες και αμινοξέα καθώς και σε σάκχαρα. Περιέχει ακόμα νερό και πολλές άλλες ουσίες. Συλλέγεται εύκολα με ειδικές γυρεοπαγίδες που τοποθετούνται εμπρός ή μέσα στην κυψέλη.

Είναι απαραίτητο να τροφοδοτούμε με σιρόπι τα μελίσσια που έχουν τις συγκεκριμένες παγίδες. Η φρέσκια γύρη που συλλέγεται πρέπει να χάσει υγρασία (να φτάσει περίπου στο 8%), να καθαριστεί από ξένα σώματα και να αποθηκευτεί κατάλληλα σε ψυχρό μέρος. Ο βασιλικός πολτός είναι ένα πολύ γνωστό μελισσοκομικό προϊόν. Είναι μια παχύρευστη, υπόλευκη και με ιδιάζουσα γεύση ουσία. Αποτελείται κυρίως από νερό αλλά περιέχει αρκετή ποσότητα πρωτεϊνών, σακχάρων και πληθώρα άλλων ουσιών ( λιπίδια, μέταλλα, βιταμίνες, ορμόνες κ.α. ). Η παραγωγή του βασιλικού πολτού συνδυάζεται συχνά με τη βασιλοτροφία. Φροντίζουμε να τροφοδοτούμε καλά τα μελίσσια ή και να υπάρχει πλούσια ανθοφορία στην περιοχή και κυρίως να ενισχύουμε τα μελίσσια με ώριμο γόνο ή και με νεαρές εργάτριες. Το κερί χημικώς αποτελείται από εστέρες λιπαρών οξέων αλλά περιέχει και πολλά ελεύθερα λιπαρά οξέα όπως και υδατάνθρακες, αλκοόλες κ.α. Για την απόληψη του κεριού ο μελισσοκόμος χρησιμοποιεί κυρίως τις παλιές, κατεστραμμένες κηρήθρες και πολύ λιγότερο τα απολεπίσματα των πλαισίων του μελιού. Οι κηρήθρες λιώνονται με τη βοήθεια της ηλιακής ενέργειας ( στον ηλιακό κηροτήκτη ) ή με βραστό νερό ή ατμό σε απλά δοχεία ή σε ειδικούς μηχανικούς κηροτήκτες. Η προπόλη, ένα παραμελημένο από τους μελισσοκόμους προϊόν, συλλέγεται από ηλικιωμένες εργάτριες από διάφορα φυτά και χρησιμοποιείται στο μελίσσι ως υλικό κατασκευής και ως αντισηπτικό. Αποτελείται κυρίως από ρητινώδεις και βαλσαμικές ύλες και κερί. Για τη συλλογή της χρησιμοποιούμε κυρίως πλαστικά πλέγματα με πυκνό πλέξιμο τα οποία τοποθετούμε πάνω στους κηρηθροφορείς. Το δηλητήριο, προϊόν ειδικών αδένων της εργάτριας, περιέχει πλήθος ουσιών με ποικίλη φαρμακευτική αξία. Δεν υπάρχει παραγωγή στη χώρα μας. Για την απόληψη του δηλητηρίου απαιτείται ειδική συσκευή που τοποθετείται μπροστά στην είσοδο της κυψέλης. Στη σύγχρονη διαχείριση μιας μελισσοκομικής μονάδας κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη ειδικού στεγασμένου χώρου στον οποίο ο μελισσοκόμος να μπορεί να πραγματοποιεί με άνεση και ασφάλεια όλες τις εργασίες σχετικά με την προετοιμασία, συντήρηση και επισκευή των κυψελών και των υπολοίπων εξαρτημάτων αλλά και μελισσοκομικών εργαλείων και μηχανημάτων.

Ο πληθυσμός αυξάνει στα υγειή μελίσσια πολύ γρήγορα την άνοιξη και υπάρχει κίνδυνος, λόγο συνωστισμού και άλλων παραγόντων, η βασίλισσα με το μισό περίπου πληθυσμό να φύγει και να εγκατασταθεί αλλού. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται “σμηνουργία”. Στο μητρικό ( ορφανό πλέον μελίσσι ), από βασιλικά κελιά σμηνουργίας που είχαν προηγουμένως κατασκευαστεί, θα προέλθει η νέα βασίλισσα. Το καλοκαίρι με τις υψηλές θερμοκρασίες, την ξηρασία και την έλλειψη πλούσιας ανθοφορίας, ο πληθυσμός του μελισσιού μειώνεται για να αυξηθεί πάλι το φθινόπωρο όταν υπάρχουν βροχές και ανθίσουν μελισσοκομικά φυτά, όπως το ρείκι. Οι μέλισσες που παράγονται τότε είναι αυτές που θα ξεχειμωνιάσουν. Στη σύγχρονη μελισσοκομία ο μελισσοκόμος επηρεάζει δραστικά την ανάπτυξη του μελισσιού. Πάντα ,όμως, προσπαθεί να συμπέσει χρονικά η έναρξη της κύριας ανθοφορίας (μελιτοφορίας) στην περιοχή, με τη μεγαλύτερη δυνατή ανάπτυξη του πληθυσμού των μελισσιών του. Για το σκοπό αυτό απαραίτητα είναι μεταξύ άλλων η πρόληψη της σμηνουργίας, η διατήρηση της υγείας και η αντικατάσταση των βασιλισσών των μελισσιών κάθε χρόνο. Η διατήρηση στα μελίσσια νέων βασιλισσών προϋποθέτει τη γνώση από το μελισσοκόμο μεθόδου βασικής παραγωγής βασιλισσών (βασιλοτροφία). Με αυτή επιδιώκει ο μελισσοκόμος και τη βελτίωση των μελισσιών του. Για το σκοπό αυτό επιλέγει ορισμένα ως μελίσσια επιλογής βασιλισσών και άλλα ως μελίσσια παραγωγής κηφήνων. Βασικό σημείο στη βασιλοτροφία είναι ο εμβολιασμός με προνύμφη μιας (1) ημέρας, από τα μελίσσια επιλογής βασιλισσών, τεχνητών βασιλικών κελιών και η τοποθέτηση αυτών σε πολύ δυνατά μελίσσια που ορφανέψαμε (μελίσσια εκτροφής βασιλισσών). Με την πρόληψη της σμηνουργίας και με τη βασιλοτροφία επιτυγχάνεται η παραγωγή παραφυάδων (νέων μελισσιών) από αρχικά (μητρικά) μελίσσια. Διάφοροι παθογόνοι μικροοργανισμοί (βακτήρια, μύκητες, ιοί) αλλά και άλλοι ζωικοί οργανισμοί (πρωτόζωα, ακάρεα, έντομα, ακόμα και μεγάλα θηλαστικά ή άλλα ζώα) μπορεί να προκαλέσουν μικρές ή μεγάλες ζημιές στο γόνο ή και στα ακμαία των μελισσών. Σημαντικά προβλήματα επίσης δημιουργούνται από τους ψεκασμούς των φυτών με μελισσοτοξικά φυτοπροστατευτικά προϊόντα (φυτοφάρμακα). Από τις ασθένειες του γόνου ξεχωρίζουν σε σπουδαιότητα η Αμερικάνικη Σηψιγονία που δύσκολα εξαλείφεται, η συχνότερη αλλά λιγότερο επικίνδυνη Ευρωπαϊκή Σηψιγονία και η Ασκοσφαίρωση.
Από τις ασθένειες των ακμαίων ξεχωρίζει η Νοζεμίαση που προσβάλει κυρίως το στομάχι της μέλισσας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η Βαρροϊκή Ακαρίαση, η οποία εκτός από τα ακμαία προσβάλει και το γόνοΟ Κηρόσκωρος ( μια κάμπια ) καταστρέφει τις κηρήθρες τόσο στην αποθήκη όσο και στο μελίσσι όταν αυτό είναι πολύ αδύνατο. Όσο ο μελισσοκόμος διατηρεί τα μελίσσια του στο σωστό πληθυσμό και με τις σωστές προμήθειες ( μέλι, γύρη ) τόσο η πιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων υγείας σε αυτά θα είναι μικρότερη. Πρέπει να χρησιμοποιεί μόνο εγκεκριμένα φάρμακα και μόνο όταν αυτά χρειάζονται. Η μεταφορά των μελισσιών προς παροχή υπηρεσιών επικονίασης σε δενδρώδεις ή άλλες καλλιέργειες αποδεδειγμένα συμβάλλει στην ποσοτική και την ποιοτική αύξηση της φυτικής παραγωγής εξασφαλίζοντας παράλληλα τροφή στα μελίσσια και πιθανώς άμεση χρηματική αμοιβή στο μελισσοκόμο από τους καλλιεργητές. Κάθε τροφή, ύλη ή ακόμα και ζωντανό μέρος του μελισσιού που μπορεί να πάρει ο μελισσοκόμος από το μελίσσι για τη δική του χρήση ή για να τα εμπορευθεί, θεωρείται μελισσοκομικό προϊόν. Τα προϊόντα αυτά ο μελισσοκόμος τα παίρνει με διάφορους τρόπους και τεχνικές συνεργαζόμενος με το μελίσσι, χωρίς να το βλάπτει. Το πιο γνωστό προϊόν είναι το μέλι. Αυτό σε ποσοστά πάνω από 80% αποτελείται από σάκχαρα, κυρίως φρουκτόζη και γλυκόζη. Η περιεκτικότητα σε νερό δεν πρέπει να ξεπερνά το 18%. Περιέχει επίσης ιχνοστοιχεία, βιταμίνες, ένζυμα, ανόργανα και οργανικά οξέα κ.ά. Κάθε είδος μελιού έχει χημικά, φυσικά, οργανοληπτικά και παλινολογικά (γυρεολογικά) χαρακτηριστικά που καθορίζουν την ποιότητά του και το διαφοροποιούν. Ένα βασικό φυσικό χαρακτηριστικό των διαφόρων ιδών ανθόμελων είναι η κρυστάλλωσή τους, που μεταξύ άλλων εξαρτάται από τη σχέση γλυκόζης προς φρουκτόζη καθώς και γλυκόζη προς νερό. Προϋπόθεση για τη μεγάλη παραγωγή μελιού είναι η ύπαρξη δυνατών μελισσιών κατά την περίοδο μιας πλούσιας ανθοφορίας. Επίσης, ενέργειες όπως ο περιορισμός της βασίλισσας στον εμβρυοθάλαμο με τη χρησιμοποίηση του βασιλικού διαφράγματος και η δημιουργία δεύτερης εισόδου στο μελιτοθάλαμο. Αφαιρούνται μόνο τα πλαίσια με ώριμο μέλι και, αφού απολεπισθούν με ειδικό μαχαίρι, τοποθετούνται μελιτοεξαγωγέα, όπου με φυγοκέντριση παίρνουμε το μέλι. Η γύρη ως μελισσοκομικό προϊόν, αν και όχι ιδιαίτερα γνωστό, έχει μεγάλη οικονομική αξία. Είναι πολύ πλούσια σε πρωτεΐνες και αμινοξέα καθώς και σε σάκχαρα. Περιέχει ακόμα νερό και πολλές άλλες ουσίες. Συλλέγεται εύκολα με ειδικές γυρεοπαγίδες που τοποθετούνται εμπρός ή μέσα στην κυψέλη.

Είναι απαραίτητο να τροφοδοτούμε με σιρόπι τα μελίσσια που έχουν τις συγκεκριμένες παγίδες. Η φρέσκια γύρη που συλλέγεται πρέπει να χάσει υγρασία (να φτάσει περίπου στο 8%), να καθαριστεί από ξένα σώματα και να αποθηκευτεί κατάλληλα σε ψυχρό μέρος. Ο βασιλικός πολτός είναι ένα πολύ γνωστό μελισσοκομικό προϊόν. Είναι μια παχύρευστη, υπόλευκη και με ιδιάζουσα γεύση ουσία. Αποτελείται κυρίως από νερό αλλά περιέχει αρκετή ποσότητα πρωτεϊνών, σακχάρων και πληθώρα άλλων ουσιών ( λιπίδια, μέταλλα, βιταμίνες, ορμόνες κ.α. ). Η παραγωγή του βασιλικού πολτού συνδυάζεται συχνά με τη βασιλοτροφία. Φροντίζουμε να τροφοδοτούμε καλά τα μελίσσια ή και να υπάρχει πλούσια ανθοφορία στην περιοχή και κυρίως να ενισχύουμε τα μελίσσια με ώριμο γόνο ή και με νεαρές εργάτριες. Το κερί χημικώς αποτελείται από εστέρες λιπαρών οξέων αλλά περιέχει και πολλά ελεύθερα λιπαρά οξέα όπως και υδατάνθρακες, αλκοόλες κ.α. Για την απόληψη του κεριού ο μελισσοκόμος χρησιμοποιεί κυρίως τις παλιές, κατεστραμμένες κηρήθρες και πολύ λιγότερο τα απολεπίσματα των πλαισίων του μελιού. Οι κηρήθρες λιώνονται με τη βοήθεια της ηλιακής ενέργειας ( στον ηλιακό κηροτήκτη ) ή με βραστό νερό ή ατμό σε απλά δοχεία ή σε ειδικούς μηχανικούς κηροτήκτες. Η προπόλη, ένα παραμελημένο από τους μελισσοκόμους προϊόν, συλλέγεται από ηλικιωμένες εργάτριες από διάφορα φυτά και χρησιμοποιείται στο μελίσσι ως υλικό κατασκευής και ως αντισηπτικό. Αποτελείται κυρίως από ρητινώδεις και βαλσαμικές ύλες και κερί. Για τη συλλογή της χρησιμοποιούμε κυρίως πλαστικά πλέγματα με πυκνό πλέξιμο τα οποία τοποθετούμε πάνω στους κηρηθροφορείς. Το δηλητήριο, προϊόν ειδικών αδένων της εργάτριας, περιέχει πλήθος ουσιών με ποικίλη φαρμακευτική αξία. Δεν υπάρχει παραγωγή στη χώρα μας. Για την απόληψη του δηλητηρίου απαιτείται ειδική συσκευή που τοποθετείται μπροστά στην είσοδο της κυψέλης. Στη σύγχρονη διαχείριση μιας μελισσοκομικής μονάδας κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη ειδικού στεγασμένου χώρου στον οποίο ο μελισσοκόμος να μπορεί να πραγματοποιεί με άνεση και ασφάλεια όλες τις εργασίες σχετικά με την προετοιμασία, συντήρηση και επισκευή των κυψελών και των υπολοίπων εξαρτημάτων αλλά και μελισσοκομικών εργαλείων και μηχανημάτων.

Τα μελισσοκομικά προϊόντα έχουν μεγάλη βιολογική αξία για τον άνθρωπο αλλά παράλληλα είναι ευπαθή σε εξωγενείς παράγοντες της η θερμοκρασία, υγρασία, φως, μικροοργανισμοί κτλ. Για το λόγο αυτό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά την απόληξη, την επεξεργασία αλλά και την φύλαξη της ώστε να μην αλλοιωθούν. Επιπλέον προσοχή χρειάζεται στη θερμική επεξεργασία και στην επιλογή των υλικών συσκευασίας της. Ειδικά νομοθετήματα προσδιορίζουν της όρους παραγωγής, τυποποίησης, συσκευασίας και εμπορίας του μελιού της και την άσκηση της μελισσοκομικής δραστηριότητας γενικότερα. Η αναγνώριση και ταυτοποίηση γεωργικών προϊόντων ως Π.Ο.Π. και Π.Γ.Ε. ενέχει μεγάλη οικονομική, εκτός των άλλων, σημασία τόσο για τον παραγωγό όσο και για τον καταναλωτή. Στην κατεύθυνση αυτή τα ελληνικά μέλια έχουν πολύ καλές προοπτικές.σμηνουργίας, η διατήρηση της υγείας και η αντικατάσταση των βασιλισσών των μελισσιών κάθε χρόνο. Η διατήρηση στα μελίσσια νέων βασιλισσών προϋποθέτει τη γνώση από το μελισσοκόμο μεθόδου βασικής παραγωγής βασιλισσών (βασιλοτροφία). Με αυτή επιδιώκει ο μελισσοκόμος και τη βελτίωση των μελισσιών του. Για το σκοπό αυτό επιλέγει ορισμένα ως μελίσσια επιλογής βασιλισσών και άλλα ως μελίσσια παραγωγής κηφήνων. Βασικό σημείο στη βασιλοτροφία είναι ο εμβολιασμός με προνύμφη μιας (1) ημέρας, από τα μελίσσια επιλογής βασιλισσών, τεχνητών βασιλικών κελιών και η τοποθέτηση αυτών σε πολύ δυνατά μελίσσια που ορφανέψαμε (μελίσσια εκτροφής βασιλισσών). Με την πρόληψη της σμηνουργίας και με τη βασιλοτροφία επιτυγχάνεται η παραγωγή παραφυάδων (νέων μελισσιών) από αρχικά (μητρικά) μελίσσια. Διάφοροι παθογόνοι μικροοργανισμοί (βακτήρια, μύκητες, ιοί) αλλά και άλλοι ζωικοί οργανισμοί (πρωτόζωα, ακάρεα, έντομα, ακόμα και μεγάλα θηλαστικά ή άλλα ζώα) μπορεί να προκαλέσουν μικρές ή μεγάλες ζημιές στο γόνο ή και στα ακμαία των μελισσών. Σημαντικά προβλήματα επίσης δημιουργούνται από τους ψεκασμούς των φυτών με μελισσοτοξικά φυτοπροστατευτικά προϊόντα (φυτοφάρμακα). Από τις ασθένειες του γόνου ξεχωρίζουν σε σπουδαιότητα η Αμερικάνικη Σηψιγονία που δύσκολα εξαλείφεται, η συχνότερη αλλά λιγότερο επικίνδυνη Ευρωπαϊκή Σηψιγονία και η Ασκοσφαίρωση.

Από τις ασθένειες των ακμαίων ξεχωρίζει η Νοζεμίαση που προσβάλει κυρίως το στομάχι της μέλισσας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η Βαρροϊκή Ακαρίαση, η οποία εκτός από τα ακμαία προσβάλει και το γόνοΟ Κηρόσκωρος ( μια κάμπια ) καταστρέφει τις κηρήθρες τόσο στην αποθήκη όσο και στο μελίσσι όταν αυτό είναι πολύ αδύνατο. Όσο ο μελισσοκόμος διατηρεί τα μελίσσια του στο σωστό πληθυσμό και με τις σωστές προμήθειες ( μέλι, γύρη ) τόσο η πιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων υγείας σε αυτά θα είναι μικρότερη. Πρέπει να χρησιμοποιεί μόνο εγκεκριμένα φάρμακα και μόνο όταν αυτά χρειάζονται. Η μεταφορά των μελισσιών προς παροχή υπηρεσιών επικονίασης σε δενδρώδεις ή άλλες καλλιέργειες αποδεδειγμένα συμβάλλει στην ποσοτική και την ποιοτική αύξηση της φυτικής παραγωγής εξασφαλίζοντας παράλληλα τροφή στα μελίσσια και πιθανώς άμεση χρηματική αμοιβή στο μελισσοκόμο από τους καλλιεργητές. Κάθε τροφή, ύλη ή ακόμα και ζωντανό μέρος του μελισσιού που μπορεί να πάρει ο μελισσοκόμος από το μελίσσι για τη δική του χρήση ή για να τα εμπορευθεί, θεωρείται μελισσοκομικό προϊόν. Τα προϊόντα αυτά ο μελισσοκόμος τα παίρνει με διάφορους τρόπους και τεχνικές συνεργαζόμενος με το μελίσσι, χωρίς να το βλάπτει. Το πιο γνωστό προϊόν είναι το μέλι. Αυτό σε ποσοστά πάνω από 80% αποτελείται από σάκχαρα, κυρίως φρουκτόζη και γλυκόζη. Η περιεκτικότητα σε νερό δεν πρέπει να ξεπερνά το 18%. Περιέχει επίσης ιχνοστοιχεία, βιταμίνες, ένζυμα, ανόργανα και οργανικά οξέα κ.ά. Κάθε είδος μελιού έχει χημικά, φυσικά, οργανοληπτικά και παλινολογικά (γυρεολογικά) χαρακτηριστικά που καθορίζουν την ποιότητά του και το διαφοροποιούν. Ένα βασικό φυσικό χαρακτηριστικό των διαφόρων ιδών ανθόμελων είναι η κρυστάλλωσή τους, που μεταξύ άλλων εξαρτάται από τη σχέση γλυκόζης προς φρουκτόζη καθώς και γλυκόζη προς νερό. Προϋπόθεση για τη μεγάλη παραγωγή μελιού είναι η ύπαρξη δυνατών μελισσιών κατά την περίοδο μιας πλούσιας ανθοφορίας. Επίσης, ενέργειες όπως ο περιορισμός της βασίλισσας στον εμβρυοθάλαμο με τη χρησιμοποίηση του βασιλικού διαφράγματος και η δημιουργία δεύτερης εισόδου στο μελιτοθάλαμο. Αφαιρούνται μόνο τα πλαίσια με ώριμο μέλι και, αφού απολεπισθούν με ειδικό μαχαίρι, τοποθετούνται μελιτοεξαγωγέα, όπου με φυγοκέντριση παίρνουμε το μέλι. Η γύρη ως μελισσοκομικό προϊόν, αν και όχι ιδιαίτερα γνωστό, έχει μεγάλη οικονομική αξία. Είναι πολύ πλούσια σε πρωτεΐνες και αμινοξέα καθώς και σε σάκχαρα. Περιέχει ακόμα νερό και πολλές άλλες ουσίες. Συλλέγεται εύκολα με ειδικές γυρεοπαγίδες που τοποθετούνται εμπρός ή μέσα στην κυψέλη.

Είναι απαραίτητο να τροφοδοτούμε με σιρόπι τα μελίσσια που έχουν τις συγκεκριμένες παγίδες. Η φρέσκια γύρη που συλλέγεται πρέπει να χάσει υγρασία (να φτάσει περίπου στο 8%), να καθαριστεί από ξένα σώματα και να αποθηκευτεί κατάλληλα σε ψυχρό μέρος. Ο βασιλικός πολτός είναι ένα πολύ γνωστό μελισσοκομικό προϊόν. Είναι μια παχύρευστη, υπόλευκη και με ιδιάζουσα γεύση ουσία. Αποτελείται κυρίως από νερό αλλά περιέχει αρκετή ποσότητα πρωτεϊνών, σακχάρων και πληθώρα άλλων ουσιών ( λιπίδια, μέταλλα, βιταμίνες, ορμόνες κ.α. ). Η παραγωγή του βασιλικού πολτού συνδυάζεται συχνά με τη βασιλοτροφία. Φροντίζουμε να τροφοδοτούμε καλά τα μελίσσια ή και να υπάρχει πλούσια ανθοφορία στην περιοχή και κυρίως να ενισχύουμε τα μελίσσια με ώριμο γόνο ή και με νεαρές εργάτριες. Το κερί χημικώς αποτελείται από εστέρες λιπαρών οξέων αλλά περιέχει και πολλά ελεύθερα λιπαρά οξέα όπως και υδατάνθρακες, αλκοόλες κ.α. Για την απόληψη του κεριού ο μελισσοκόμος χρησιμοποιεί κυρίως τις παλιές, κατεστραμμένες κηρήθρες και πολύ λιγότερο τα απολεπίσματα των πλαισίων του μελιού. Οι κηρήθρες λιώνονται με τη βοήθεια της ηλιακής ενέργειας ( στον ηλιακό κηροτήκτη ) ή με βραστό νερό ή ατμό σε απλά δοχεία ή σε ειδικούς μηχανικούς κηροτήκτες. Η προπόλη, ένα παραμελημένο από τους μελισσοκόμους προϊόν, συλλέγεται από ηλικιωμένες εργάτριες από διάφορα φυτά και χρησιμοποιείται στο μελίσσι ως υλικό κατασκευής και ως αντισηπτικό. Αποτελείται κυρίως από ρητινώδεις και βαλσαμικές ύλες και κερί. Για τη συλλογή της χρησιμοποιούμε κυρίως πλαστικά πλέγματα με πυκνό πλέξιμο τα οποία τοποθετούμε πάνω στους κηρηθροφορείς. Το δηλητήριο, προϊόν ειδικών αδένων της εργάτριας, περιέχει πλήθος ουσιών με ποικίλη φαρμακευτική αξία. Δεν υπάρχει παραγωγή στη χώρα μας. Για την απόληψη του δηλητηρίου απαιτείται ειδική συσκευή που τοποθετείται μπροστά στην είσοδο της κυψέλης. Στη σύγχρονη διαχείριση μιας μελισσοκομικής μονάδας κρίνεται απαραίτητη η ύπαρξη ειδικού στεγασμένου χώρου στον οποίο ο μελισσοκόμος να μπορεί να πραγματοποιεί με άνεση και ασφάλεια όλες τις εργασίες σχετικά με την προετοιμασία, συντήρηση και επισκευή των κυψελών και των υπολοίπων εξαρτημάτων αλλά και μελισσοκομικών εργαλείων και μηχανημάτων.

Τα μελισσοκομικά προϊόντα έχουν μεγάλη βιολογική αξία για τον άνθρωπο αλλά παράλληλα είναι ευπαθή σε εξωγενείς παράγοντες της η θερμοκρασία, υγρασία, φως, μικροοργανισμοί κτλ. Για το λόγο αυτό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά την απόληξη, την επεξεργασία αλλά και την φύλαξη της ώστε να μην αλλοιωθούν. Επιπλέον προσοχή χρειάζεται στη θερμική επεξεργασία και στην επιλογή των υλικών συσκευασίας της. Ειδικά νομοθετήματα προσδιορίζουν της όρους παραγωγής, τυποποίησης, συσκευασίας και εμπορίας του μελιού της και την άσκηση της μελισσοκομικής δραστηριότητας γενικότερα. Η αναγνώριση και ταυτοποίηση γεωργικών προϊόντων ως Π.Ο.Π. και Π.Γ.Ε. ενέχει μεγάλη οικονομική, εκτός των άλλων, σημασία τόσο για τον παραγωγό όσο και για τον καταναλωτή. Στην κατεύθυνση αυτή τα ελληνικά μέλια έχουν πολύ καλές προοπτικές.









Τα μελισσοκομικά προϊόντα έχουν μεγάλη βιολογική αξία για τον άνθρωπο αλλά παράλληλα είναι ευπαθή σε εξωγενείς παράγοντες της η θερμοκρασία, υγρασία, φως, μικροοργανισμοί κτλ. Για το λόγο αυτό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά την απόληξη, την επεξεργασία αλλά και την φύλαξη της ώστε να μην αλλοιωθούν. Επιπλέον προσοχή χρειάζεται στη θερμική επεξεργασία και στην επιλογή των υλικών συσκευασίας της. Ειδικά νομοθετήματα προσδιορίζουν της όρους παραγωγής, τυποποίησης, συσκευασίας και εμπορίας του μελιού της και την άσκηση της μελισσοκομικής δραστηριότητας γενικότερα. Η αναγνώριση και ταυτοποίηση γεωργικών προϊόντων ως Π.Ο.Π. και Π.Γ.Ε. ενέχει μεγάλη οικονομική, εκτός των άλλων, σημασία τόσο για τον παραγωγό όσο και για τον καταναλωτή. Στην κατεύθυνση αυτή τα ελληνικά μέλια έχουν πολύ καλές προοπτικές.

https://lh4.googleusercontent.com/LJJxhZEkQMLhcI-yHRItHR6H3KyXzi8ZyLsIMrolnjY8pPeJYciKU74dRug5FngdZRr4VYMPHUwwowV3NGKGSz9sJK2q6h6CpjC9xlAb7ZKKVvfFi9G3hkIb71LJmNd4sCLhMx9K